Αυταρχισμός και αυθαιρεσία χωρίς όρια η απόφαση για Ηριάννα-Περικλή

Τη σταθερή διολίσθηση σε όλο και πιο επικίνδυνους περιορισμούς των δημοκρατικών ελευθεριών και δικαιωμάτων σηματοδοτεί η χθεσινή δικαστική απόφαση για την 29χρονη Ηριάννα Β.-Λ.  και τον 33χρονο Περικλή Μ.
Η απόρριψη της αίτησης αναστολής εκτέλεσης των ποινών και αποφυλάκισης, καθώς η κατηγορία βασίζεται σε σαθρά στοιχεία που έχουν καταπέσει τόσο κατά την πρώτη δίκη όσο και στο Εφετείο τον περασμένο Ιούλιο, συνιστά επικίνδυνη εξέλιξη, ενταγμένη στο ευρύτερο πλαίσιο της σταθερής τάσης υποκατάστασης της τυπικής αστικής δημοκρατίας από ένα καθεστώς εξαίρεσης, με έντονα χαρακτηριστικά έκτακτης ανάγκης.
Η απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αναστολών ήρθε μετά από ανάλογη εισήγηση του εισαγγελέα Γιώργου Γεράκη, η παρουσία του οποίου στη δίκη εγείρει σοβαρά ερωτήματα ως προς τις επιδιώξεις κύκλων του δικαστικού σώματος. Κι αυτό, γιατί σε βάρος του εισαγγελέα Γεράκη έχει κινηθεί διαδικασία εξέτασης για μεθοδεύσεις που παρεμπόδισαν την έγκαιρη παραπομπή και εκδίκαση της υπόθεσης Siemens.
Είναι φανερό πως οι κύκλοι αυτοί δρουν απροκάλυπτα προκλητικά, αδιαφορώντας για τα όποια προσχήματα. Όπως είναι φανερό πως η προσβολή του λαϊκού περί του δικαίου αισθήματος αποσκοπεί ουσιαστικά στην εξοικείωση της κοινής γνώμης με την αντίληψη της παντοδυναμίας ανεξέλεγκτων κρατικών και παρακρατικών μηχανισμών, που δρουν υπό την κάλυψη της “Δικαιοσύνης”.
Αναμφίβολα, η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί κεραυνό εν αιθρία και δεν συνδέεται μόνο με μια συνολικότερη διεθνή τάση αυταρχικοποίησης, στο όνομα, δήθεν, της αντιμετώπισης της τρομοκρατίας. Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, όπου ο περιορισμός της λαϊκής κυριαρχίας συνιστά όρο εκ των ουκ άνευ για την απρόσκοπτη υλοποίηση των μνημονιακών πολιτικών, ζητήματα προσβολής του λαϊκού περί δικαίου αισθήματος προσλαμβάνουν μια ακόμη πιο επικίνδυνη διάσταση.
Καθώς οι δικαστικοί χειρισμοί έχουν προκαλέσει ποικίλες αντιδράσεις, η υπόθεση αναδεικνύεται και ως ένα πεδίο κατάλληλο για τον ανταγωνισμό ανάμεσα στο δικαστικό κατεστημένο και την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία επιδιώκει να εμφανιστεί αντίθετη σε τέτοιες αντιδημοκρατικές μεθοδεύσεις. Έτσι, αμέσως μετά τη γνωστοποίηση της απόφασης, ο υπουργός Δικαιοσύνης Σταύρος Κοντονής φρόντισε με δηλώσεις του να διαφοροποιηθεί, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ, με ανακοίνωσή του, κάνει λόγο για “απόφαση που βρίσκεται σε πλήρη αναντιστοιχία με το κοινό περί δικαίου αίσθημα και πλήττει κατάφωρα την εμπιστοσύνη των πολιτών στο θεσμό της Δικαιοσύνης”.
Προφανώς, παρ’ όλη τη κρισιμότητα των στιγμών και τη συνειδητοποίηση των επικίνδυνων μεθοδεύσεων κύκλων του δικαστικού κατεστημένου κατά της δημοκρατίας, τέτοιου τύπου αντιδράσεις δεν μπορεί παρά να χαρακτηρίζονται ως υποκριτικές και φαιδρές.
Αν ο κ. Κοντονής και το κόμμα του δεν θέλουν να δικάζουν οι δικαστές στη βάση νόμων που ελέγχονται ως προς τη συνταγματικότητα και τη δημοκρατικότητά τους, δεν έχουν παρά να τους καταργήσουν. Όσο δεν το κάνουν, είναι συνένοχοι στον επικίνδυνο αυτό αντιδημοκρατικό κατήφορο. Άλλωστε, δεν είναι καθόλου τυχαία η κατάληψη της δικαστικής αίθουσας από τα ΜΑΤ κατά τη χθεσινή διαδικασία, ούτε και η βαρβαρότητα με την οποία αντιμετωπίστηκαν οι αντιδράσεις των αλληλέγγυων μετά την ανακοίνωση της απόφασης. Και τα ΜΑΤ έχουν πολιτικό προϊστάμενο τον κ. Νίκο Τόσκα.
Είναι προφανές, για μια ακόμη φορά, πως ο αγώνας για τη δημοκρατία και για τα δημοκρατικά δικαιώματα είναι αδιάσπαστα συνδεδεμένος με τον αγώνα για την απαλλαγή από τις μνημονιακές πολιτικές, που η περαιτέρω προώθησή τους είναι που επιβάλλει τη δημιουργία όρων για την επιβολή καθεστώτος εξαίρεσης και περιορισμένης δημοκρατίας.